Δευτέρα 17 Αυγούστου 2026

Κλειστά Λόγω Θερινής Αποκάλυψης

 Η Αποκάλυψη, τελικά, δεν ήρθε με φωτιά, τσουνάμι ή εξωγήινους. Ήρθε με καύσωνα, συνωστισμό στα  διόδια και ένα μαζικό, υστερικό κύμα φυγής προς κάθε βουνοκορφή και  ακτογραμμή της χώρας.

Είναι παραμονές Δεκαπενταύγουστου και η πόλη –αυτή η  τσιμεντούπολη, που συνεχώς σφύζει από ζωή, καυσαέριο και διπλοπαρκαρισμένα– έχει μετατραπεί σε σκηνικό ταινίας τρόμου. Από αυτές τις ταινίες που ο πρωταγωνιστής ξυπνάει από κώμα και ανακαλύπτει ότι η ανθρωπότητα έχει εξατмиστεί. Μόνο που εγώ δεν ήμουν σε κώμα. Ήμουν απλώς ένας από τους ελάχιστους, τραγικούς αριθμούς της στατιστικής που ξέμειναν πίσω.

Η ζέστη δεν είναι απλώς μια θερμοκρασία· είναι μια φυσική οντότητα. Κάθεται στους ώμους σου, σου φωνάζει στα αυτιά, κάνει την άσφαλτο να ρουφάει τη σόλα του παπουτσιού σου με έναν ήχο σαν βρεγμένο σφουγγάρι. Τα φανάρια στις κεντρικές διασταυρώσεις αλλάζουν από κόκκινο σε πράσινο με μια θλιβερή, μάταιη συνέπεια, ρυθμίζοντας την κυκλοφορία για φαντάσματα. Ακόμα και τα περιστέρια έχουν παραιτηθεί. Δεν πετάνε πια, απλώς περπατάνε με το κεφάλι κατεβασμένο, σαν να χρωστάνε δανεικά.

Κατεβαίνω έναν κεντρικό πεζόδρομο. Κάθε βιτρίνα έχει κατεβασμένα τα μεταλλικά ρολά της, διακοσμημένη με εκείνο το πρόχειρα κολλημένο χαρτί: «ΚΛΕΙΣΤΑ - ΚΑΛΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ! ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΥΜΕ 20/08». Μερικοί, μάλιστα, δεν μπήκαν καν στον κόπο να γράψουν ημερομηνία. Έβαλαν ένα ξερό «ΚΛΕΙΣΤΑ ΛΟΓΩ  ΔΙΑΚΟΠΩΝ» κι άφησαν τη φαντασία σου να οργιάζει για το αν θα επιστρέψουν φέτος, του χρόνου, ή σε άλλη ζωή.

Το πρόβλημα με την άδεια πόλη δεν είναι η μοναξιά. Είναι η παντελής έλλειψη βασικών υπηρεσιών επιβίωσης. Χθες το βράδυ, το καζανάκι αποφάσισε να κάνει απεργία. Άνοιξα το κινητό, έψαξα για υδραυλικό και πήρα τρία τηλέφωνα. Στο πρώτο άκουσα τον ήχο της φραγής. Στο δεύτερο το σήκωσε ένας τύπος που, από τον ήχο, βρισκόταν ξεκάθαρα μέσα σε beach bar. «Ναι;» ούρλιαξε πάνω από ένα ρεμίξ του Νίκου Οικονομόπουλου. «Γεια σας, για μια βλάβη...» «Αδερφέ, είμαι Παράλια! Πάρε με από Δευτέρα ή καλύτερα την Τρίτη!» μου έκλεισε το τηλέφωνο. Προφανώς, τον Δεκαπενταύγουστο στην πόλη απαγορεύεται από  να χαλάσει οτιδήποτε. Αν πάθεις ζημιά, καλύτερα να την αγνοήσεις. Μην ελπίζεις ότι θα βρεις ανοιχτό ιατρείο, φαρμακείο ή συνεργείο.

Συνεχίζω το περπάτημα. Οι μόνοι που κινούνται στο κέντρο είναι  κάποιοι άλλοι που έχουν ξεμείνει, που κοιτάζουν σα χαμένοι. Κάθονται στα παγκάκια κάτω από τον  ίσκιο των δέντρων της πλατείας. Σκρολάρουν στα κινητά τους, μιλάνε χαμηλόφωνα και ρίχνουν κλεφτές ματιές γύρω τους με ένα βλέμμα γεμάτο απορία. Μπορώ να διαβάσω τη σκέψη τους: "Ρε φίλε, πού πήγαν όλοι; Μήπως έγινε πόλεμος και ξεχάσανε να μας το πουν; Μήπως έγινε εκκένωση;" Καθώς περνάω από δίπλα τους, ένας νεαρός με κοιτάζει και μου γνέφει ελαφρά με το κεφάλι. Του ανταποδίδω τον χαιρετισμό. Είμαστε τα απομεινάρια μιας καταναλωτικής κοινωνίας που έφυγε διακοπές με πιστωτική κάρτα, οι φύλακες των τσιμεντένιων Θερμοπυλών.

Ο προορισμός μου είναι ένα κεντρικό σούπερ μάρκετ. Το μεγάλο, αυτό, που συνήθως θυμίζει πεδίο μάχης τα Σάββατα. Σήμερα; Σήμερα μοιάζει σαν σοβιετικό μνημείο εγκατάλειψης.

Οι αυτόματες πόρτες ανοίγουν με έναν ήχο σαν στεναγμό. Ο μισός φωτισμός είναι κλειστός για λόγους οικονομίας —ή πένθους, δεν είμαι σίγουρος. Το κλιματιστικό υπολειτουργεί, βγάζοντας έναν αέρα που θυμίζει την ανάσα ηλικιωμένου σκύλου. Στο βάθος, ακούγεται αχνά ένα μουσικό χαλί από κάποιο ηχείο που ξέχασε να κλείσει ο υπεύθυνος βάρδιας, παίζοντας χιτάκια του 2010.

Κατευθύνομαι στο τμήμα μαναβικής. Είναι μια τραγωδία. Τα ράφια είναι άδεια, σαν να πέρασε ακρίδα. Έχουν απομείνει μόνο τέσσερις μελιτζάνες που έχουν ρυτιδιάσει τόσο πολύ, που αν τις κόψεις ίσως βρεις μέσα σοφία αιώνων, και δύο αγγούρια που έχουν φτάσει στην υφή βραστού λουκάνικου. Το τμήμα αλλαντικών και τυριών είναι σφραγισμένο με χοντρή νάιλον ζελατίνα, σαν σκηνή εγκλήματος. Πίσω από τον πάγκο δεν υπάρχει ψυχή, παρά μόνο μια ταμπέλα γραμμένη με μαρκαδόρο: "Για τυριά/αλλαντικά, παρακαλώ απευθυνθείτε στα συσκευασμένα ψυγεία. Ευχαριστούμε". Ποιον ευχαριστούν; Εμένα και τις μελιτζάνες;

Παίρνω ένα πακέτο μακαρόνια, ένα βάζο σάλτσα που βλέπω ότι λήγει σύντομα, και κατευθύνομαι προς τα ταμεία. Από τα δέκα διαθέσιμα, λειτουργεί, φυσικά, μόνο το ένα.

Εκεί βρίσκεται η ταμίας. Βγαλμένη από αρχαία τραγωδία, παγιδευμένη στο καθαρτήριο του ελληνικού καλοκαιριού. Κάθεται ακίνητη, κοιτάζοντας το κενό μπροστά της, με το ένα χέρι να στηρίζει το σαγόνι της και το άλλο να παίζει μηχανικά με ένα κλειδί. Δεν φοράει τη στολή του καταστήματος πλήρως —έχει κρατήσει μόνο το ταμπελάκι με το όνομά της καρφιτσωμένο πάνω σε ένα απλό T-shirt. Είναι τόσο βαριεστημένη, που όταν βάζω τα πράγματά μου στον ιμάντα, δεν τον βάζει καν να κινηθεί. Τα σπρώχνω εγώ με το χέρι μέχρι το scanner.

Τα χτυπάει με την ταχύτητα βραδύποδα που έχει πάρει ηρεμιστικά. «Μπιπ.» Παύση τριών δευτερολέπτων. «Μπιπ.» Αναστεναγμός. «Δεκατρία και σαράντα,» λέει, χωρίς να με κοιτάξει. Δεν είμαι καν σίγουρος αν μου είπε την τιμή ή αν απαντούσε σε κάποια υπαρξιακή της ερώτηση. Πληρώνω με κάρτα, ακούγεται το μηχάνημα, βγαίνει η απόδειξη. Την αφήνει εκεί. Ούτε "ευχαριστώ", ούτε "καλό απόγευμα", ούτε καν "Καλή Παναγιά". Απλώς μια βουβή συμφωνία μεταξύ μας: Ξέρω ότι υποφέρεις που είσαι εδώ, ξέρεις ότι υποφέρω που είμαι εδώ. Ας μην το κάνουμε χειρότερο με κοινωνικότητες.

Βγαίνω πάλι έξω, στο καμίνι. Ο ήλιος έχει αρχίσει να πέφτει. Ο ουρανός πάνω από τις πολυκατοικίες παίρνει εκείνο το περίεργο, βιομηχανικό πορτοκαλί χρώμα που δημιουργείται όταν η σκόνη  συναντά το καυσαέριο που έχει ξεμείνει στην ατμόσφαιρα.

Περπατάω ακριβώς στη μέση της λεωφόρου. Γιατί μπορώ. Δεν υπάρχει ούτε ένα αυτοκίνητο στον ορίζοντα. Ένας αδέσποτος σκύλος με ακολουθεί από απόσταση, μάλλον αναγνωρίζοντας στο πρόσωπό μου τον νέο, θλιβερό αρχηγό της αγέλης της αστικής ερήμου.

Η πόλη τις μέρες του Δεκαπενταύγουστου δεν είναι απλώς άδεια. Είναι γυμνή. Χωρίς το μακιγιάζ της κίνησης, της βαβούρας, του καφέ στο χέρι, της φασαρίας των μπαρ, είναι απλώς τόνοι τσιμέντου που ψήνονται κάτω από έναν ανελέητο ήλιο. Είναι μια σκληρή υπενθύμιση ότι χωρίς τους ανθρώπους της, δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα κακοσχεδιασμένο πάρκινγκ.

Φτάνω στο σπίτι, βάζω το κλειδί στην πόρτα. Το καζανάκι στο βάθος βγάζει έναν περίεργο θόρυβο, σαν να κλαίει. Ανοίγω ένα από τα μπουκάλια νερό που πρόλαβα να σώσω από το ψυγείο του υπολειτουργούντος σούπερ μάρκετ, βγαίνω στο μπαλκόνι και κοιτάζω τους άδειους δρόμους. Σε κάποιο νησί, αυτή τη στιγμή, κάποιοι παλεύουν για μια ξαπλώστρα, πληρώνουν είκοσι ευρώ ένα κοκτέιλ και ιδρώνουν ανάμεσα σε χιλιάδες άλλους τουρίστες περιμένοντας στην ουρά για μια  σαλάτα.

Εγώ, από την άλλη; Είμαι ο απόλυτος άρχοντας του δικού μου, ιδιωτικού σκουπιδότοπου. Σηκώνω το μπουκάλι με το νερό προς τις άδειες απέναντι πολυκατοικίες.

«Εις υγείαν,» ψιθυρίζω. «Και καλό Δεκαπενταύγουστο!.»

Κυριακή 9 Αυγούστου 2026

Στην Αμμουδιά: Από τον Ποσειδώνα στις υφέρπουσες αναζητήσεις (Σπουδή σε μία πρωινή φωτογραφία)

 


Υπάρχει μια στιγμή στην καρδιά του ελληνικού καλοκαιριού, όπου η πραγματικότητα λυγίζει κάτω από το βάρος του ήλιου και η ζωή αποκτά τη ρευστότητα του νερού. Αυτή αποτυπώνεται στο "εδώ και τώρα" της απόλυτης, σχεδόν ιερής, θερινής ραστώνης.

Κάτω από τη σωτήρια σκιά μιας ομπρέλας –της οποίας η μπλε άκρη εισβάλλει στο κάδρο σαν το τελευταίο οχυρό της λογικής απέναντι στην πύρινη λαίλαπα. Από αυτό το στρατηγικό παρατηρητήριο, η άμμος απλώνεται σαν ένας απέραντος, χρυσαφένιος καμβάς, γεμάτος από τα ίχνη των περαστικών. Είναι η άμμος που, όπως θα έλεγε και ο Αρχιμήδης στον "Ψαμμίτη" του, είναι πρακτικά αδύνατο να μετρηθεί, αλλά είναι τρομερά εύκολο να εισχωρήσει σε κάθε πιθανή και απίθανη πτυχή του σώματος και των απαραίτητων αποσκευών.

Το βλέμμα σταματάει  στα ρηχά, εκεί που το νερό γλείφει τους αστραγάλους, μια στιγμή πριν από τη μεγάλη βουτιά. Η στάση του λουόμενου είναι εμβληματική: είναι ένας σύγχρονος Οδυσσέας, έτοιμος να εξερευνήσει την "οίνοπα πόντον" (την σκοτεινή θάλασσα) του Ομήρου.

Είναι μια σκηνή που θα έκανε τον Ηράκλειτο να χαμογελάσει. Ο Εφέσιος φιλόσοφος, που πίστεψε στο  «τ πάντα ε»  και «δς ς τν ατν ποταμν οκ ν μβαίης», θα έβρισκε εδώ την  επιβεβαίωση των θεωριών του. Κάθε κύμα που σκάει στην ακτή, κάθε βήμα  στην υγρή άμμο, είναι μια μοναδική, ανεπανάληπτη στιγμή. Η θάλασσα είναι ήδη διαφορετική από τη θάλασσα που τραβήχτηκε στη φωτογραφία. Και όποιος βουτάει, θα βγει από το νερό διαφορετικός, ελαφρώς πιο αλμυρός και σίγουρα πιο "βάπτισμένος" στην καλοκαιρινή ελευθερία.

Πολύ το "πλήθος". Οι άλλοι λουόμενοι, σκορπισμένοι στα γαλαζοπράσινα νερά. Κάποιοι κολυμπούν μεθοδικά, άλλοι  επιπλέουν, παραδομένοι στην άνωση.  Η θάλασσα είναι μία δημοκρατική εφεύρεση της φύσης. Στο νερό, όλοι είμαστε ίσοι. Δεν υπάρχουν τίτλοι, κοστούμια ή αξιώματα. Υπάρχουν μόνο σώματα και κεφάλια που προεξέχουν, σαν ανθρωπόμορφες σημαδούρες. Αν ο Θαλής ο Μιλήσιος, που πίστευε ότι το «δωρ» είναι η αρχή των πάντων, έβλεπε αυτή τη σκηνή, θα ένιωθε δικαιωμένος. Όλα ξεκινούν και όλα καταλήγουν στο νερό –τουλάχιστον κατά τη διάρκεια του καυτού Αυγούστου.

Ωστόσο,στη σκηνή αχνοφαίνεται και η υποβόσκουσας ειρωνείας, αν τη δει κανείς μέσα από το πρίσμα των Στωικών. Ο Επίκτητος, για παράδειγμα, θα θύμιζε ότι πρέπει να διακρίνουμε τα «φ’ μν» από τα «οκ φ’ μν». Στη φωτογραφία, το «φ’ μν» είναι η απόφαση να βρεθείς  στην παραλία και να βάλεις  αντηλιακό. Το «οκ φ’ μν» είναι η θερμοκρασία του νερού, η δύναμη του ανέμου, τα τυχόν τσιμπήματα μιακ΄ποιας τσούχτρας. Η σοφία του λουόμενου έγκειται στο να απολαμβάνει τα πρώτα και να αγνοεί στωικά μόνο το τελευταίο.

Και μετά,  το θέμα της προοπτικής. Η φωτογραφία είναι τραβηγμένη από χαμηλά, από το επίπεδο της άμμου, σχεδόν από το επίπεδο ενός καβουριού που παρατηρεί τους γίγαντες. Αυτό δίνει στη θάλασσα μια αίσθηση απέραντου και στο λουόμενο μια αίσθηση ηρωικού μεγαλείου. Ο Πλάτωνας, στην Αλληγορία του Σπηλαίου, μας μίλησε για τους δεσμώτες που βλέπουν μόνο σκιές της πραγματικότητας. Εδώ, κάτω από την ομπρέλα, είμαστε κατά κάποιο τρόπο μέσα σε ένα σπήλαιο, αλλά οι σκιές που βλέπουμε είναι η ίδια η ουσία της ζωής: το φως, το νερό, το παιχνίδι. Ίσως η αληθινή φιλοσοφία να μην είναι να βγεις από το σπήλαιο, αλλά να βρεις την καλύτερη δυνατή θέση και να απολαύσεις το θέαμα.

Δεν πρέπει να παραλείψουμε και το χιούμορ που κρύβεται στις λεπτομέρειες. Τα δύο πόδια στην κάτω αριστερή γωνία: Είναι το σήμα κατατεθέν του "φωτογράφου σε κατάσταση ημι-λιποθυμίας από τη ζέστη". Είναι η απόδειξη ότι η λήψη έγινε με την ελάχιστη δυνατή προσπάθεια, μια κίνηση που θα επικροτούσε ο Επίκουρος, ο οποίος κήρυττε την αναζήτηση της ηδονής (με την έννοια της απουσίας πόνου και ταραχής). Τι πιο επικούρειο από το να βγάζεις φωτογραφίες ξαπλωμένος, με τα πόδια σου να εισβάλλουν στο κάδρο σαν σουρεαλιστικά στοιχεία;

Καθώς ο ήλιος συνεχίζει την πορεία του, η σκηνή θα αλλάξει. Ένα παιδί θα βουτήξει, θα βγει, θα πεινάσει, θα ζητήσει παγωτό. Οι κολυμβητές θα βγουν για να απλώσουν τις πετσέτες τους. Η μπλε άκρη της ομπρέλας θα μετακινηθεί για να ακολουθήσει τη σκιά. Αλλά αυτή η φωτογραφία πάγωσε τον χρόνο σε μια στιγμή τέλειας ισορροπίας. Είναι μια στιγμή που μας θυμίζει ότι, παρά τις δυσκολίες, τις έγνοιες και τις υποχρεώσεις, υπάρχει πάντα ένας τόπος και ένας χρόνος όπου όλα είναι απλά. Όπου το μόνο που χρειάζεσαι είναι λίγη άμμος και λίγη θάλασσα.

Και αν ο Όμηρος ήταν εδώ σήμερα, ίσως να μην έγραφε μόνο για τη μανία του Αχιλλέα ή τις περιπλανήσεις του Οδυσσέα. Ίσως να έγραφε ένα νέο έπος για  το "νήπιο" που στάθηκε γενναίο απέναντι στο κύμα, οπλισμένο με  την αιώνια, καλοκαιρινή ελπίδα.

 

Κυριακή 2 Αυγούστου 2026

Η «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν: Ένα Έπος Χρόνου, Τραύματος και Νόστου

 


Γράφει ο Νίκος Παύλου


Το να παρακολουθείς τη νέα, φιλόδοξη ταινία του Κρίστοφερ Νόλαν σε ένα θερινό σινεμά, κάτω από τον καλοκαιρινό έναστρο ουρανό με τον ήχο της νύχτας για φόντο, είναι από μόνο του μια εμπειρία που σε μεταφέρει κατευθείαν στα παράλια της Ιθάκης. Η Οδύσσεια του Ομήρου είναι, άλλωστε, ένα κατεξοχήν «ανοικτό έργο». Κάθε δημιουργός μπορεί και επιβάλλεται να βάλει τη δική του πινελιά σε αυτό το αρχέτυπο ταξίδι, της εποχής του Χαλκού και ο Νόλαν δεν δίστασε να το αποδομήσει και να το ξαναχτίσει με τους δικούς του, κινηματογραφικούς όρους.

Η Σκηνοθετική Ματιά και οι Κορυφαίες Σκηνές

Ο Νόλαν απομακρύνεται από τη γραφική, «χολιγουντιανή» απεικόνιση της αρχαιότητας και μας βυθίζει σε έναν κόσμο σκοτεινό, ρεαλιστικό και ψυχολογικά βαρύ. Οι δυνατές σκηνές του έργου δεν βασίζονται απλώς στα εντυπωσιακά οπτικά εφέ, αλλά στη δημιουργία μιας ασφυκτικής, καθηλωτικής ατμόσφαιρας:

  • Το Σπήλαιο του Κύκλωπα: Αντί για ένα ψηφιακό τέρας, ο Νόλαν χρησιμοποιεί πρακτικά εφέ και παίζει με τις σκιές και την προοπτική (forced perspective). Η σκηνή διακατέχεται από μια κλειστοφοβική ένταση που θυμίζει θρίλερ επιβίωσης, κάνοντας την αγωνία των συντρόφων του Οδυσσέα χειροπιαστή.
  • Το Τραγούδι των Σειρήνων: Μια αριστουργηματική άσκηση στον ηχητικό σχεδιασμό. Οι Σειρήνες δεν είναι απλώς σαγηνευτικές γυναίκες, αλλά μια ηχητική παραίσθηση. Η σκηνή εναλλάσσεται ανάμεσα στην απόλυτη σιωπή του Οδυσσέα που παλεύει δεμένος στο κατάρτι και στον εκκωφαντικό, παραμορφωμένο ήχο που βιώνει στο μυαλό του.
  • Η Συνάντηση με την Κίρκη: Εδώ ο σκηνοθέτης αφήνει το στίγμα του, παίζοντας με τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και παραίσθησης. Η παγίδευση στο νησί της Κίρκης μοιάζει με παραμόρφωση του ίδιου του χρόνου, ένα γνώριμο μοτίβο του Νόλαν, όπου οι μέρες κυλούν σαν δευτερόλεπτα.
  • Η Εξόντωση των Μνηστήρων (Μνηστηροφονία): Η κορύφωση της ταινίας είναι βίαιη, χορογραφημένη με χειρουργική ακρίβεια και ωμή. Δεν είναι μια σκηνή ηρωικού θριάμβου, αλλά μια σκοτεινή, αναπόφευκτη κάθαρση ενός ανθρώπου που έχει φτάσει στα όριά του.

Ο Πρωταγωνιστής: Το Πρόσωπο του Νόστου

Η επιλογή του πρωταγωνιστή (ο Κίλιαν Μέρφι μοιάζει γεννημένος για αυτόν τον ρόλο) είναι, δίχως αμφιβολία, ένα από τα πιο επιτυχημένα στοιχεία της ταινίας. Ο Οδυσσέας του δεν είναι ο ατρόμητος πολεμιστής που συναντάμε στα παιδικά βιβλία, αλλά ένας τραυματισμένος βετεράνος πολέμου (PTSD), γεμάτος ενοχές, πανουργία και μια απελπισμένη ανάγκη να επιστρέψει σπίτι. Οι μικρές αλλαγές στο βλέμμα του επικοινωνούν περισσότερα από δέκα σελίδες σεναρίου.

Οι Αδυναμίες: Ο Πλατειασμός

Παρά το οπτικό και συναισθηματικό της μεγαλείο, η ταινία δεν αποφεύγει τις συνηθισμένες «παγίδες» της φιλμογραφίας του Νόλαν. Ενώ η δράση και το στήσιμο είναι άψογα, κάποιοι διάλογοι, ειδικά προς το τέλος του έργου, πλατειάζουν υπερβολικά. Η τάση του σκηνοθέτη να εξηγεί τα φιλοσοφικά νοήματα (για τον χρόνο, τη μνήμη και την ταυτότητα) μέσα από μακροσκελείς,  μονολόγους φρενάρει τον ρυθμό της ταινίας ακριβώς εκεί που θα έπρεπε να κορυφώνεται.

Το Στοιχείο που Ξεχωρίζει (Η Πινελιά του Νόλαν)

Αυτό που κάνει την ταινία πραγματικά ξεχωριστή είναι η μη γραμμική αφήγηση. Ο Νόλαν πλέκει ταυτόχρονα το δεκαετές ταξίδι της επιστροφής με την εικοσαετή αναμονή της Πηνελόπης στην Ιθάκη. Η σχετικότητα του χρόνου παρουσιάζεται αριστοτεχνικά: ενώ για τον Οδυσσέα το ταξίδι μοιάζει με έναν ατελείωτο εφιάλτη συνεχών μαχών, για την Πηνελόπη είναι ένα αργό, βασανιστικό παιχνίδι αναμονής και πολιτικής σκακιέρας στο παλάτι. Σε συνδυασμό με το επιβλητικό, γεμάτο χτύπους ρολογιού soundtrack (σήμα κατατεθέν του Hans Zimmer), το αποτέλεσμα σε κρατάει στην άκρη του καθίσματος.

Συμπέρασμα: Με φόντο το δροσερό αεράκι του θερινού σινεμά, η Οδύσσεια του Νόλαν είναι ένα σκοτεινό, μεγαλειώδες έπος. Παρά κάποιες σεναριακές φλυαρίες του τρίτου μέρους, παραμένει μια γενναία και καινοτόμα προσέγγιση σε ένα έργο που νομίζαμε ότι γνωρίζαμε.