Η Αποκάλυψη, τελικά, δεν ήρθε με
φωτιά, τσουνάμι ή εξωγήινους. Ήρθε με καύσωνα, συνωστισμό στα διόδια και ένα μαζικό, υστερικό κύμα φυγής
προς κάθε βουνοκορφή και ακτογραμμή της
χώρας.
Είναι παραμονές Δεκαπενταύγουστου και η πόλη –αυτή η τσιμεντούπολη, που συνεχώς σφύζει από ζωή,
καυσαέριο και διπλοπαρκαρισμένα– έχει μετατραπεί σε σκηνικό ταινίας τρόμου. Από
αυτές τις ταινίες που ο πρωταγωνιστής ξυπνάει από κώμα και ανακαλύπτει ότι η
ανθρωπότητα έχει εξατмиστεί. Μόνο που εγώ δεν ήμουν σε κώμα. Ήμουν απλώς ένας
από τους ελάχιστους, τραγικούς αριθμούς της στατιστικής που ξέμειναν πίσω.
Η ζέστη δεν είναι απλώς μια θερμοκρασία· είναι μια φυσική οντότητα. Κάθεται
στους ώμους σου, σου φωνάζει στα αυτιά, κάνει την άσφαλτο να ρουφάει τη σόλα
του παπουτσιού σου με έναν ήχο σαν βρεγμένο σφουγγάρι. Τα φανάρια στις
κεντρικές διασταυρώσεις αλλάζουν από κόκκινο σε πράσινο με μια θλιβερή, μάταιη
συνέπεια, ρυθμίζοντας την κυκλοφορία για φαντάσματα. Ακόμα και τα περιστέρια
έχουν παραιτηθεί. Δεν πετάνε πια, απλώς περπατάνε με το κεφάλι κατεβασμένο, σαν
να χρωστάνε δανεικά.
Κατεβαίνω έναν κεντρικό πεζόδρομο. Κάθε βιτρίνα έχει κατεβασμένα τα
μεταλλικά ρολά της, διακοσμημένη με εκείνο το πρόχειρα κολλημένο χαρτί:
«ΚΛΕΙΣΤΑ - ΚΑΛΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ! ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΥΜΕ 20/08». Μερικοί, μάλιστα, δεν μπήκαν
καν στον κόπο να γράψουν ημερομηνία. Έβαλαν ένα ξερό «ΚΛΕΙΣΤΑ ΛΟΓΩ ΔΙΑΚΟΠΩΝ» κι άφησαν τη φαντασία σου να
οργιάζει για το αν θα επιστρέψουν φέτος, του χρόνου, ή σε άλλη ζωή.
Το πρόβλημα με την άδεια πόλη δεν είναι η μοναξιά. Είναι η παντελής έλλειψη
βασικών υπηρεσιών επιβίωσης. Χθες το βράδυ, το καζανάκι αποφάσισε να κάνει
απεργία. Άνοιξα το κινητό, έψαξα για υδραυλικό και πήρα τρία τηλέφωνα. Στο
πρώτο άκουσα τον ήχο της φραγής. Στο δεύτερο το σήκωσε ένας τύπος που, από τον
ήχο, βρισκόταν ξεκάθαρα μέσα σε beach bar. «Ναι;» ούρλιαξε πάνω από ένα ρεμίξ
του Νίκου Οικονομόπουλου. «Γεια σας, για μια βλάβη...» «Αδερφέ, είμαι Παράλια!
Πάρε με από Δευτέρα ή καλύτερα την Τρίτη!» μου έκλεισε το τηλέφωνο. Προφανώς,
τον Δεκαπενταύγουστο στην πόλη απαγορεύεται από
να χαλάσει οτιδήποτε. Αν πάθεις ζημιά, καλύτερα να την αγνοήσεις. Μην
ελπίζεις ότι θα βρεις ανοιχτό ιατρείο, φαρμακείο ή συνεργείο.
Συνεχίζω το περπάτημα. Οι μόνοι που κινούνται στο κέντρο είναι κάποιοι άλλοι που έχουν ξεμείνει, που
κοιτάζουν σα χαμένοι. Κάθονται στα παγκάκια κάτω από τον ίσκιο των δέντρων της πλατείας. Σκρολάρουν
στα κινητά τους, μιλάνε χαμηλόφωνα και ρίχνουν κλεφτές ματιές γύρω τους με ένα
βλέμμα γεμάτο απορία. Μπορώ να διαβάσω τη σκέψη τους: "Ρε φίλε, πού
πήγαν όλοι; Μήπως έγινε πόλεμος και ξεχάσανε να μας το πουν; Μήπως έγινε
εκκένωση;" Καθώς περνάω από δίπλα τους, ένας νεαρός με κοιτάζει και
μου γνέφει ελαφρά με το κεφάλι. Του ανταποδίδω τον χαιρετισμό. Είμαστε τα
απομεινάρια μιας καταναλωτικής κοινωνίας που έφυγε διακοπές με πιστωτική κάρτα,
οι φύλακες των τσιμεντένιων Θερμοπυλών.
Ο προορισμός μου είναι ένα κεντρικό σούπερ μάρκετ. Το μεγάλο, αυτό, που
συνήθως θυμίζει πεδίο μάχης τα Σάββατα. Σήμερα; Σήμερα μοιάζει σαν σοβιετικό
μνημείο εγκατάλειψης.
Οι αυτόματες πόρτες ανοίγουν με έναν ήχο σαν στεναγμό. Ο μισός φωτισμός
είναι κλειστός για λόγους οικονομίας —ή πένθους, δεν είμαι σίγουρος. Το
κλιματιστικό υπολειτουργεί, βγάζοντας έναν αέρα που θυμίζει την ανάσα
ηλικιωμένου σκύλου. Στο βάθος, ακούγεται αχνά ένα μουσικό χαλί από κάποιο ηχείο
που ξέχασε να κλείσει ο υπεύθυνος βάρδιας, παίζοντας χιτάκια του 2010.
Κατευθύνομαι στο τμήμα μαναβικής. Είναι μια τραγωδία. Τα ράφια είναι άδεια,
σαν να πέρασε ακρίδα. Έχουν απομείνει μόνο τέσσερις μελιτζάνες που έχουν
ρυτιδιάσει τόσο πολύ, που αν τις κόψεις ίσως βρεις μέσα σοφία αιώνων, και δύο
αγγούρια που έχουν φτάσει στην υφή βραστού λουκάνικου. Το τμήμα αλλαντικών και
τυριών είναι σφραγισμένο με χοντρή νάιλον ζελατίνα, σαν σκηνή εγκλήματος. Πίσω
από τον πάγκο δεν υπάρχει ψυχή, παρά μόνο μια ταμπέλα γραμμένη με μαρκαδόρο: "Για
τυριά/αλλαντικά, παρακαλώ απευθυνθείτε στα συσκευασμένα ψυγεία.
Ευχαριστούμε". Ποιον ευχαριστούν; Εμένα και τις μελιτζάνες;
Παίρνω ένα πακέτο μακαρόνια, ένα βάζο σάλτσα που βλέπω ότι λήγει σύντομα,
και κατευθύνομαι προς τα ταμεία. Από τα δέκα διαθέσιμα, λειτουργεί, φυσικά,
μόνο το ένα.
Εκεί βρίσκεται η ταμίας. Βγαλμένη από αρχαία τραγωδία, παγιδευμένη στο
καθαρτήριο του ελληνικού καλοκαιριού. Κάθεται ακίνητη, κοιτάζοντας το κενό
μπροστά της, με το ένα χέρι να στηρίζει το σαγόνι της και το άλλο να παίζει
μηχανικά με ένα κλειδί. Δεν φοράει τη στολή του καταστήματος πλήρως —έχει
κρατήσει μόνο το ταμπελάκι με το όνομά της καρφιτσωμένο πάνω σε ένα απλό
T-shirt. Είναι τόσο βαριεστημένη, που όταν βάζω τα πράγματά μου στον ιμάντα,
δεν τον βάζει καν να κινηθεί. Τα σπρώχνω εγώ με το χέρι μέχρι το scanner.
Τα χτυπάει με την ταχύτητα βραδύποδα που έχει πάρει ηρεμιστικά. «Μπιπ.»
Παύση τριών δευτερολέπτων. «Μπιπ.» Αναστεναγμός. «Δεκατρία και σαράντα,»
λέει, χωρίς να με κοιτάξει. Δεν είμαι καν σίγουρος αν μου είπε την τιμή ή αν
απαντούσε σε κάποια υπαρξιακή της ερώτηση. Πληρώνω με κάρτα, ακούγεται το
μηχάνημα, βγαίνει η απόδειξη. Την αφήνει εκεί. Ούτε "ευχαριστώ", ούτε
"καλό απόγευμα", ούτε καν "Καλή Παναγιά". Απλώς μια βουβή
συμφωνία μεταξύ μας: Ξέρω ότι υποφέρεις που είσαι εδώ, ξέρεις ότι υποφέρω
που είμαι εδώ. Ας μην το κάνουμε χειρότερο με κοινωνικότητες.
Βγαίνω πάλι έξω, στο καμίνι. Ο ήλιος έχει αρχίσει να πέφτει. Ο ουρανός πάνω
από τις πολυκατοικίες παίρνει εκείνο το περίεργο, βιομηχανικό πορτοκαλί χρώμα
που δημιουργείται όταν η σκόνη συναντά
το καυσαέριο που έχει ξεμείνει στην ατμόσφαιρα.
Περπατάω ακριβώς στη μέση της λεωφόρου. Γιατί μπορώ. Δεν υπάρχει ούτε ένα
αυτοκίνητο στον ορίζοντα. Ένας αδέσποτος σκύλος με ακολουθεί από απόσταση,
μάλλον αναγνωρίζοντας στο πρόσωπό μου τον νέο, θλιβερό αρχηγό της αγέλης της
αστικής ερήμου.
Η πόλη τις μέρες του Δεκαπενταύγουστου δεν είναι απλώς άδεια. Είναι γυμνή.
Χωρίς το μακιγιάζ της κίνησης, της βαβούρας, του καφέ στο χέρι, της φασαρίας
των μπαρ, είναι απλώς τόνοι τσιμέντου που ψήνονται κάτω από έναν ανελέητο ήλιο.
Είναι μια σκληρή υπενθύμιση ότι χωρίς τους ανθρώπους της, δεν είναι τίποτα
παραπάνω από ένα κακοσχεδιασμένο πάρκινγκ.
Φτάνω στο σπίτι, βάζω το κλειδί στην πόρτα. Το καζανάκι στο βάθος βγάζει
έναν περίεργο θόρυβο, σαν να κλαίει. Ανοίγω ένα από τα μπουκάλια νερό που
πρόλαβα να σώσω από το ψυγείο του υπολειτουργούντος σούπερ μάρκετ, βγαίνω στο
μπαλκόνι και κοιτάζω τους άδειους δρόμους. Σε κάποιο νησί, αυτή τη στιγμή,
κάποιοι παλεύουν για μια ξαπλώστρα, πληρώνουν είκοσι ευρώ ένα κοκτέιλ και
ιδρώνουν ανάμεσα σε χιλιάδες άλλους τουρίστες περιμένοντας στην ουρά για
μια σαλάτα.
Εγώ, από την άλλη; Είμαι ο απόλυτος άρχοντας του δικού μου, ιδιωτικού
σκουπιδότοπου. Σηκώνω το μπουκάλι με το νερό προς τις άδειες απέναντι
πολυκατοικίες.
«Εις υγείαν,» ψιθυρίζω. «Και καλό Δεκαπενταύγουστο!.»
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.